Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ - 5 ΧPΟΝΙΑ ΜΕΤΑ


27-7-2014. 5 χρόνια ακριβώς συμπληρώνονται σήμερα, από τη στιγμή που πρωτοαντικρίσαμε το τρένο-φάντασμα, που έμελλε να στοιχειώσει τις σκέψεις μας για πάντα. Πολλά άλλαξαν από τότε, κι ας λέει το άσμα "όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν"...

Αφού είχε περάσει ήδη ένας χρόνος από την ολοκλήρωση της περιοδείας μας, κι ενώ μνημονεύαμε με νοσταλγία το ταξίδι μας, (παρά τις κακουχίες που είχαμε υποστεί), σκεπτήκαμε να ξαναπεράσουμε, αν το 'φερνε ο δρόμος, από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, τη μέρα που αναχωρούσε το βαγονέτο. Τα δρομολόγια για Μόσχα, θα ξεκινούσαν και πάλι, για τη θερινή σεζόν. Είχαμε περιέργεια να δούμε τους επόμενους επιβάτες-θύματα, να περιδιαβούμε και πάλι τους κλειστοφοβικούς χώρους του βαγονέτου και με λίγη τύχη, ποιος ξέρει; μπορεί να πετυχαίναμε και τον Κατιόνακ. Το σχέδιο όμως αυτό δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Ένα χρόνο αργότερα, η χαριστική βολή: το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη-Μόσχα καταργήθηκε, όπως μετέπειτα κι όλα τα δρομολόγια του ΟΣΕ για το εξωτερικό.

Η οικονομική κρίση, εκτός από την Ελλάδα, κτύπησε και την παρέα μας. Έκτοτε, δεν έχουμε οργανώσει όλες μαζί αντίστοιχο ταξίδι μακράς διαρκείας στο εξωτερικό, ούτε καν στο εσωτερικό...

Οι παγκόσμιες εξελίξεις, ήταν κι αυτές ραγδαίες. Η Ουκρανία βρίσκεται πλέον σε εμπόλεμη κατάσταση, απειλούμενη με διχοτόμηση. Η έκρυθμη αυτή κατάσταση, μας γέμισε ανησυχία για την Μαρίνα, η οποία καταγόταν από μια πόλη της Ανατολικής Ουκρανίας, κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία. Η ίδια μάλιστα δήλωνε από τότε, "είμαι Ρωσίδα". Λίγο καιρό μετά την επιστροφή μας στην Ελλάδα, την είχαμε αναζητήσει. Όμως το τηλέφωνό της, ήταν συνεχώς απενεργοποιημένο. Έκτοτε, δεν είχαμε κανένα νέο της.

Το ίδιο και με τον μικρό χοντρούλη, που έδωσε στην Αντιγκόνα το e-mail του. Αν κι η Αντιγκόνα του έγραψε, εκείνος την έγραψε. Άγνωστο αν το mail της τα κατάφερε τελικά να φτάσει μέχρι το Omsk της Σιβηρίας...

Τελικά, αναζητήσαμε πρόσφατα την Μαρίνα, στο εστιατόριο που δούλευε πριν από 5 χρόνια. Ο ευγενέστατος συνάδελφός της, με τον οποίο μιλήσαμε, ήταν ο βοηθός της. Μας είπε ότι η Μαρίνα είχε αποχωρήσει εδώ και χρόνια από το μαγαζί, είχε επιστρέψει κάποιες φορές στην πατρίδα της και τώρα πια εργάζεται σ'ένα εστιατόριο σε αιγαιοπελαγίτικο νησί.

Για τον Κατιόνακ και τους υπόλοιπους, φοβούμαι ότι δε θα μπορέσουμε πια να μάθουμε νέα τους. Θα θέλαμε να καμαρώσουμε τον χοντρούλη και τον αδερφό του, αντράκια πλέον, μετά από 5 χρόνια... Και στον Κατιόνακ ευχόμαστε κάποια στιγμή, να πραγματοποιήσει το όνειρό του να βρεθεί στη θέση του Κάπτεν στο αντίστοιχο ιταλικό τρένο, έστω και σαν επιβάτης.


Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014


Γειααααααά σε όλους !   :-)

Ivanna

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ


Η Αναβίωση της Οδύσσειας ξεκινά ...

Το σκεπτόμασταν καιρό να κάνουμε αυτό το ταξίδι στη Μόσχα.


Όμως όλο το αναβάλλαμε. Φοβόμασταν τα αεροπλάνα που πήγαιναν και δεν γύριζαν
ποτέ, την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη οργάνωσης, υπήρχαν εμπόδια ανυπέρβλητα.

Όχι όμως για πολύ.

Ώσπου μια μέρα η λύση βρέθηκε, και φάνταζε ιδανική.
Ένα τρένο που συνδέει Θεσσαλονίκη και Μόσχα! Ένα σύγχρονο Οριεντ Εξπρεσς το
είχαμε πλάσει στη φαντασία μας. Το είχαμε πλάσει, γιατί όσο και να ψάχναμε, στο σαιτ
αλλά ακόμα και στα εκδοτήρια του ΟΣΕ, δεν είχαμε καταφέρει ακόμα να το δούμε...

ΟΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ


Συγχωρήστε μας για την αγένεια, γράφουμε γράφουμε τόση ώρα και ακόμα δεν έχουμε κάνει το όνομά μας ακουστό ...

ΟΝΕΙΡΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ


ΑΝΤΙΓΚΟΝΑ
   Έχω βαρεθεί το χειμώνα. Έχω ξεχάσει πώς είναι το καλοκαίρι ...

ΙΒΑΝΝΑ
   Θα βγει η πασιέντσα, το βλέπω. Θα πάμε στη Μόσχα.

ΞΕΡΞΟΥΣΚΑ
   Όχι, δεν θα βγει. Το οχτάρι είναι πάνω από το δύο μπαστούνι.
   Δε θα πάμε στη Μόσχα ...

ΑΝΤΙΓΚΟΝΑ
   (Διαβάζει εφημερίδα) Τσιτσικάρ:  Η ευλογιά θερίζει στο Τσιτσικάρ...

Ο ΠΥΡΕΤΟΣ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ


Οι μέρες πλησιάζουν για την αναχώρηση. Επιτέλους!

Ο ενθουσιασμός στα ύψη και οι ετοιμασίες στο ζενίθ,
όπως και η αγωνία και το χτυποκάρδι για το συναρπαστικό ταξίδι.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ουσιαστικά μια περιήγηση σε ορισμένες
από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ανατολικής Ευρώπης, με πολλές
ενδιάμεσες στάσεις. Το πλάνο μοιάζει ιδανικό:

Αρχικά αναχώρηση το μεσημέρι από Θεσσαλονίκη, μετά από λίγες
ώρες βραδινό πέρασμα από την πόλη των Σκοπίων και πρώτη στάση.
Για λίγα λεπτά, ίσως για ένα σνακ, στα όρθια, για ένα σφηνάκι ή έστω
για λίγο φλερτ.
Την επόμενη μέρα Βελιγράδι. Ονειρεμένη βόλτα
στις όχθες του Δούναβη, μιας και το επιτρέπουν οι 3 ολόκληρες ώρες
που το τρένο θα αράξει. Κατόπιν ξεμούδιασμα στη Σουμπότιτσα, απεριτίφ
και ελαφρύ δείπνο στην Βουδαπέστη, και τελικά περάσματα από Ουκρανία
και Κίεβο με τελικό προορισμό τη Ρωσία. Ένα κοσμοπολίτικο ταξίδι,
στο στυλ άλλων εποχών, που διψάμε να αναβιώσουμε.

Έχω φροντίσει να κάνω εγκαίρως κράτηση, για κουπέ τρίκλινο.
Αναζήτησα πληροφορίες στο γκισέ για τις ανέσεις που παρείχε το τρένο,
όμως κανείς δεν ήξερε να με κατατοπίσει.
Δεν έδωσα και πολλή σημασία όμως, και συνεχίζω με πυρετώδεις
ρυθμούς τις προετοιμασίες για το μεγάλο ταξίδι ...

THE FINAL COUNTDOWN

  
Μετά από ένα πεντάωρο ταξίδι με το τρένο από Αθήνα, το μεσημέρι είμαστε Θεσσαλονίκη!
Η  χαρά μας δεν περιγράφεται! Ξεχυνόμαστε στους δρόμους για να αγοράσουμε προμήθειες για το ταξίδι: σάντουιτς Κάιζερ πολύσπορα, μερικά μπουκαλάκια νερό, μέχρι και τούρτα από τον Αγαπητό σκεφτήκαμε να πάρουμε για να γιορτάσουμε την έναρξη του ταξιδιού. Όμως η ζέστη μας σταμάτησε και δεν πήραμε τούρτα. Άλλωστε στο τρένο θα έχει σίγουρα καντίνα ή μπαρ με όλα τα καλά. Έτσι περιοριστήκαμε στα βασικά, και πηγαίνουμε με βήμα ταχύ πάλι πίσω προς το σταθμό.

Η ΑΦΙΞΗ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ


Με το που φτάσαμε πίσω στο σταθμό, ψάξαμε με λαχτάρα να βρούμε κάποιον υπεύθυνο να μας πληροφορήσει για το τρένο, που μέχρι τότε ήταν ένα μυστήριο. Το μόνο που ξέραμε ήταν ότι κάνει αυτό το δρομολόγιο και ότι αυτό το δρομολόγιο μια υπήρχε και μια δεν υπήρχε, άρα ήταν μια από τις λίγες ευκαιρίες για να κάνουμε αυτό το ταξίδι. Πηγαίνοντας εκεί, πάλι παρέμενε ένα μυστήριο, γιατί το τρένο ακόμα δεν είχε εμφανιστεί ...

Αυτό κράτησε περίπου μια ώρα, μέχρι που ήρθε το τρένο. Με το που το αντικρίσαμε, κοκκαλώσαμε κι οι τρεις, η καθεμία για τους δικούς της λόγους.

ΑΝΤΙΓΚΟΝΑ: Έπαιζε στο βαγονέτο μια σκουριά, μια μαυρίλα, μια αίσθηση ότι δεν ξέρω αν θα φτάσω κι αν φτάσω, ένας φόβος με κυρίευσε, γιατί είδα από ένα παραθυράκι το κουπέ...
Πράσινο σκούρο, μαύρο όλο μέσα, με κουρτίνες του πρωθυπουργού της Ρωσίας.
Με μια ματιά λες, Παναγιά μου!

ΞΕΡΞΟΥΣΚΑ: Tο ταξίδι θα είχε περιπέτεια και όλα τα κομφόρ!
Πλησιάζοντας στο βαγονέτο για να ανέβω και να εξερευνήσω το χώρο, μου ήρθε μια μυρωδιά από τσίσα, από το διπλανό βαγονέτο της Σερβίας.

Το τρένο ήταν ένα αλλόκοτο μιξάζ από διαφορετικά βαγόνια: ένα βαγόνι από τη Σερβία, ένα από Ουγγαρία και το highlight, που έδωσε ελπίδα στην Αντιγκόνα, ήταν η κλούβα που δέσποζε ανάμεσα στα άλλα βαγόνια, αν και τελευταία στη σειρά.

ΑΝΤΙΓΚΟΝΑ: Πίστευα ότι αν ήμουν εκεί θα ήταν πάρα πολύ ωραία και θα είχε πολύ ωραίο φωτισμό!

Διστάζαμε να μπούμε στο τρένο και περιεργαζόμασταν το βαγόνι, ώσπου βγαίνει ένας
όμορφος άντρας γύρω στα 55 από το βαγονέτο μας κι εμείς όλο προσμονή τον πλησιάσαμε
για να ρωτήσουμε για το ταξίδι. Όμως πέσαμε σε τοίχο γιατί το μόνο που μας απάντησε ήταν:
"Μιλάω μόνο λίγα γερμανικά".
"Sprechen Sie Deutsch"?

Εκεί ήταν που μας κυρίευσε μια παράξενη αγωνία, μαζί κι αμφιβολία.

Είδαμε κι ένα μικρό, ξανθό, τροφαντό αγοράκι που έκλαιγε, μόλις είχε μπει στο τρένο και ποιoς ξέρει τι φρικτές αναμνήσεις είχαν ξυπνήσει μέσα του, γιατί τον είδαμε να κλαίει απελπισμένος με λυγμούς...
Μπήκαμε, κι η πρώτη μας επαφή με τον όμορφο άντρα του τρένου ήταν ανύπαρκτη. Ούτε γειά καταφέραμε να ανταλλάξουμε. Το τρένο αυτό έμοιαζε με ξαπλωτό πύργο της Βαβέλ...

Μας ανοίγει και μας οδηγεί στο κουπέ και τότε παγώσαμε κανονικά. Μας πάγωσε κατακόρυφα το αίμα και μετά ξανανέβηκε. Ήταν μια καμπίνα σαν τάφος, με τρία συρταρωτά φέρετρα κι η ντουλάπα είχε και κουβέρτες για να τυλίξουν τα πτώματα. Πήγαμε να ανοίξουμε το παράθυρο αλλά δεν άνοιγε, ήταν σταθερό.


Η μόνη πηγή εξαερισμού ήταν το παράθυρο του διαδρόμου, που κι αυτό άνοιγε ελάχιστα ...


Κλιματισμός δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια γιατί όπως ισχυρίστηκε ο όμορφος άντρας, ο Κάπτεν του βαγονέτου, ήταν χαλασμένος. Για μια στιγμή βρεθήκαμε κι οι τρεις με κλειστή την πόρτα μέσα σ΄αυτό το πράγμα, κι αφού κοιταχτήκαμε επίμονα μεταξύ μας, αποφασίσαμε ότι δε χωράμε κι οι τρεις εκεί κι ότι κάτι έπρεπε να γίνει.
Είπαμε να δείξουμε ψυχραιμία και να κάνουμε υπομονή μέχρι να περάσουμε τα σύνορα.
Προσπαθήσαμε να τακτοποιήσουμε τις αποσκευές μας στο μακρόστενο ντουλαπάκι, πράγμα αδύνατον...


Ο ζωτικός χώρος για να κινηθείς ήταν ελάχιστος κι ο κοινόχρηστος χώρος περιοριζόταν στον στενό διάδρομο και τα δύο ακριανά "χωλάκια" που συνδέουν τα βαγόνια. Άγνωστο αν λειτουργούσε το ντους στο μπάνιο....


Η πρόσβαση στα άλλα βαγόνια δεν ήταν εφικτή, οι πόρτες καλά κλεισμένες. Και το αποκορύφωμα, στο τρένο δεν υπήρχε μπαρ!

Καθόμασταν στο κουπέ σαν τις μαύρες κότες, ώσπου από τον διάδρομο πέρασε ο Κάπτεν και μας κτύπησε την πόρτα. Μαζί του μια άγνωστη συνεπιβάτισσα, που αργότερα μάθαμε πως λέγεται Μαρίνα και πήγαινε στην Ουκρανία για να επισκεφτεί την οικογένειά της, μαζί  και το ξανθό παιδάκι που έκλαιγε έξω από το τρένο.

Ο Κάπτεν απευθύνθηκε σε μας με ακατάληπτο τρόπο, λες κι ήμασταν αναγκασμένες να καταλάβουμε τι λέει στα ρώσικα. Καθόλου δεν πτοήθηκε από τις απορημένες φάτσες μας. Για καλή μας τύχη η Μαρίνα, παρ΄όλο που νομίζαμε ότι είναι τουρίστρια, μας μετάφρασε σε πολύ καλά ελληνικά. Βρήκαμε λοιπόν την ευκαιρία να λύσουμε απορίες που έμεναν μέχρι τότε αναπάντητες.

Εκεί μάθαμε για τη χρήση που μπάνιου μόνο ως τουαλέτα κι όχι για ντους ... όλοι, όχι μόνο εμείς. Το μπάνιο ήταν για όλους στο τέλος του βαγονέτου. Υπήρχε άλλο ένα για τους υπαλλήλους στο μπροστινό μέρος. Eκεί το ντους λειτουργούσε, αλλά ποτέ για μας ...


Γνωρίσαμε τη Μαρίνα, που από εκείνη τη στιγμή έγινε η καλύτερή μας φίλη, όπου ως γυναίκα μεταξύ γυναικών είχαμε καλύτερη επικοινωνία, και μιλούσε καλά ελληνικά. Οι υπόλοιποι και μοναδικοί επιβάτες του βαγονέτου ήταν μια οικογένεια, μια μάνα με δύο παιδιά, το χοντρούλη κλαψιάρη κι ένα μικροκαμωμένο παιδάκι, αδιάφορο γενικότερα.
Το πλήρωμα του τρένου αποτελούταν από τον Κάπτεν (τον Κάπτεν τον όμορφο 55άρη) και τον πλαισίωνε ένας άλλος 55άρης, ευτυχώς πιο ομιλητικός και συνεννοήσιμος, αν κι αυτός δεν μιλούσε αγγλικά.

Η Αντιγκόνα ήταν η πρώτη που έδειξε δυσφορία. Δεν υπήρχε κλιματιστικό, τα παράθυρα δεν άνοιγαν. Η μία καθόταν στην καρέκλα, η άλλη στο διάδρομο κι η τρίτη ψηλά στο δεύτερο ανοιγόμενο κρεβάτι, και τα ΄βλεπε όλα από κει πάνω σαν κόλαση...

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ


Ώσπου το τρένο ξεκίνησε και είδαμε τη Θεσσαλονίκη να χάνεται. Πρώτη στάση στα σύνορα. Κατεβήκαμε στο μαγαζάκι του σταθμού κι αγοράσαμε αλκοόλ, συγκεκριμένα Μπέιλιζ και νερό. Κοιτάξαμε στο καφενείο του σταθμού, όπου μας κοιτούσαν με μάτια λάγνα οι θαμώνες του καφενέ ...




ΑΝΤΙΓΚΟΝΑ: Ένιωσα ότι μπαίνουμε σε έναν καινούργιο πολιτισμό, ο αέρας ήταν διαφορετικός. Οι άνθρωποι στον σταθμό κοιτώντας τα τρένα που περνούσαν, έβλεπαν μαζί και τα όνειρά τους να χάνονται, ή να έρχονται...



Νιώσαμε αμέσως τη διαφορά, ακόμα κι ο τρόπος που μας κοίταζε και μας χαιρέτησε ένα παιδάκι κοντά στις γραμμές μας έδειξε ότι μπαίνουμε σε ξένα εδάφη.


                            

Λόγω της έχθρας για το όνομα της Μακεδονίας, υπήρχαν φήμες για κακή μεταχείριση των ταξιδιωτών, ότι δημιουργούσαν φοβερά προβλήματα στους 'Ελληνες. Για μερικούς ακόμα λεγόταν ότι τους παρακρατούσαν τα διαβατήρια και δεν τους άφηναν να συνεχίσουν το ταξίδι.
Όταν το τρένο σταμάτησε για να γίνει ο έλεγχος, μας μοίρασαν έντυπα για να συμπληρώσουμε για τον συνοριακό έλεγχο.


Συμπληρώσαμε τα στοιχεία μας, και περιμέναμε. Ο έλεγχος ήταν τελικά τυπικός, κι έτσι ξεκίνησε και το ταξίδι μας, εκτός συνόρων ...

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ

Με το που περάσαμε τα σύνορα και η νύχτα άρχισε να πέφτει, έπρεπε να βρούμε μια λύση για το στριμωξίδι μας.

Βρήκαμε τον Κάπτεν, καθισμένο αναπαυτικά στο προσωπικό του κουπέ και του ζητήσαμε να μας δώσει τουλάχιστον άλλη μια καμπίνα. Αυτός δεν είχε αντίρρηση, αρκεί να του δίναμε 300 ευρώ για κάθε έξτρα καμπίνα. Προσπαθούσε να μας πείσει με έντονες χειρονομίες, και
από ένα σωρό λέξεις στα ρώσικα, η μόνη λέξη που μας τόνιζε με έμφαση ήταν η λέξη "κουπέ".

Από τις χειρονομίες του καταλάβαμε ότι αν θέλαμε και τρίτο κουπέ, θα έπρεπε να πληρώσουμε άλλα 300 ευρώ! Διαμαρτυρηθήκαμε γιατί ξέραμε ότι υπήρχαν πολλά κενά κουπέ και άλλοι επιβάτες δεν επρόκειτο να ανέβουν. Όμως εκείνος ήταν αδιαπραγμάτευτος.

Τελικά με βαριά καρδιά συμβιβαστήκαμε μόνο με το ένα κουπέ, βρίζοντας και μουτζώνοντας, όταν η πόρτα έκλεισε πίσω του. Δεν είχε παραλείψει όμως να μας πληροφορήσει ότι είχε μίνι μπαρ στο κουπέ του, με ανθρακούχα νερά και γλυκά, τα οποία πρόσφερε έναντι υψηλού αντιτίμου. Φυσικά τα 300 ευρώ κατέληξαν στις τσέπες των δύο Κάπτεν ...

Η Μαρίνα είχε γίνει πολύ φίλη μας. Δούλευε στην Ελλάδα σ΄ ένα εστιατόριο, αλλά στην Ουκρανία είχε κάνει μουσικές σπουδές και τραγουδούσε υπέροχα. Ήταν πολύ μπριόζα κι όταν καθόμασταν στο χωλάκι - "μπαράκι" του τρένου για τσιγάρο και ποτό, μας τραγουδούσε σε ρυθμό τζαζέ, όπως λέει και το τραγούδι του Πασχάλη  "Αγκαζέ" :


Την ακούγαμε κι έδινε μια ευχάριστη νότα στο ταξίδι μας, το οποίο είχε αρχίσει να γίνεται πιο ενδιαφέρον. Το νάζι της Μαρίνας δεν άφησε αδιάφορο τον Κάπτεν, που δεν έχανε ευκαιρία να τη στριμώχνει στο διάδρομο, δήθεν για να περάσει, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του απλόχερα (απλώνοντάς της χέρι), όταν καθάριζε με την σκούπα. Αυτή ανταποκρινόταν με χαριτωμένα πειράγματα και τον φώναζε χαιδευτικά "Κατιόνακ" (γατούλης) !



Τουλάχιστον προσωρινά, βρέθηκε μια λύση για το θέμα του κουπέ.
Σε μερικές ώρες, κατά το βραδάκι, φτάσαμε στα Σκόπια. Ενώ περιμέναμε αυτές τις στάσεις πώς και πώς, ως μια ευκαιρία να περιπλανηθούμε για σύντομη γνωριμία με τις πόλεις, τελικά το τρένο σταμάτησε στη μέση του πουθενά και δεν άνοιξαν οι πόρτες. Αλλά και να άνοιγαν, πού να πήγαινες; Στην ερημιά;
Ακόμα και να ήθελες να κατεβείς σ΄αυτή την ερημιά ήταν αδύνατον, γιατί οι πόρτες του τρένου μέχρι την αναχώρησή του δεν άνοιξαν ποτέ ...

ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΜΕ ΤΗ ΣΕΡΒΙΑ


Η ζέστη εξακολουθούσε να είναι ανυπόφορη, ο Κατιόνακ εξακολουθούσε να είναι στριμμένος, ο Ιούλιος έκαιγε, αλλά η πρώτη μέρα στο τρένο είχε τελειώσει.

Ξυπνήσαμε με αναταραχή. Μας είχαν ήδη ειδοποιήσει να ετοιμάσουμε τα διαβατήρια, γιατί πλησιάζαμε στα σύνορα με τη Σερβία, ώσπου ακούσαμε φωνές, και είδαμε έναν τύπο να τραβάει τη Μαρίνα, με την πρόφαση ότι δεν είχε βίζα για είσοδο στη χώρα. Προφανώς θα ήθελε ένα έξτρα φιλοδώρημα, αλλά εκείνη αντιθέτως, άρχισε να διαμαρτύρεται και να αντιστέκεται. Ο Κατιόνακ παρακολουθούσε αδιάφορος και αμέτοχος στην άλλη άκρη του βαγονέτου. Μόνο εμείς αντιδράσαμε και τραβήξαμε τη Μαρίνα μέσα στο τρένο. Ο Κατιόνακ εξακολουθούσε να κάνει την πάπια, πράγμα που δεν μας έκανε εντύπωση γιατί είχαμε καταλάβει τι τομάρι ήταν. Η Μαρίνα επέμενε ότι τα χαρτιά της ήταν εντάξει κι ότι σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να κατέβει απ΄το τρένο.

Τελικά ο ελεγκτής υποχώρησε κι έτσι το ταξίδι συνεχίστηκε κανονικά με όλους τους επιβάτες του ρώσικου βαγονέτου ...

ΣΤΑ ΕΝΔΟΤΕΡΑ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ

                                                                Београд


Κατά το μεσημεράκι άφιξη στο Βελιγράδι, ή μάλλον λίγο έξω από το Βελιγράδι.
Το τρένο είχε σταματήσει και πάλι στο πουθενά, άρχισε να οπισθοχωρεί και
ξανασταμάτησε. Μετά ξεκίνησε και πάλι προς τα μπρος. Αυτό επαναλήφθηκε
πολλές φορές, για τουλάχιστον μια ώρα.

Ειδυλλιακή θέα του Δούναβη μέσα από το κουπέ


Παραπήγματα και παράγκες με φόντο γυάλινα απατηλά κτίρια, όπως και σε κάθε βαλκανική  πρωτεύουσα
που σέβεται τον εαυτό της ...

Τα αποθέματά μας σε νερό είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν, το ίδιο κι η υπομονή μας.
Δεν περιμέναμε ότι οι στάσεις θα γίνονταν σ΄αυτές τις ερημικές τοποθεσίες
και πιστεύαμε ότι θα είχαμε τρόπο για ανεφοδιασμό κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Όμως αυτό δεν ήταν αλήθεια. Ακόμα και το μπαρ του Κατιόνακ είχε μόνο τρία
μικρά μπουκαλάκια νερό, κι αυτό ανθρακούχο. Ονειρευόμασταν εσπρέσσο φρέντο
με παγάκια και δροσιστικά κοκτέιλ και ξεροσταλιάζαμε ...

Το βράδυ φώτιζε το χώρο το μπλε λαμπάκι του ηχείου του τρανζίστορ, που
δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα που θύμιζε νάιτ κλάμπ. Ακόμα και ο Κάπτεν του
σερβικού βαγονιού ήρθε προς τα μέρη μας για να γκομενίσει. " Zuper"! αναφώνησε
και προσπάθησε να μας πιάσει την κουβέντα, που για ακόμα μια φορά περιοριζόταν
στη γλώσσα του σώματος με λίγα αγγλικά ...
 Σ' αυτό το μπλε φως η  Μαρίνα, στη φαντασία του Κατιόνακ, θα χόρευε στο στύλο
με βρεγμένο το άσπρο της μπλουζάκι και το μαύρο της σιθρού κολάν. Ο κάπτεν του
σερβικού βαγονιού πλησίασε με άγριες διαθέσεις και η βαριά ανάσα του πάγωσε την
καυτή νύχτα ... Είπαμε να τον κεράσουμε ένα ποτό, αλλά μας είπε ότι δεν πίνει εν ώρα
εργασίας. Ήμασταν μόνες μαζί του κι επικρατούσε έντονος ερωτισμός στην ατμόσφαιρα,
όμως  το τρένο μόλις έφτασε στα σύνορα με την Ουγγαρία και οι δρόμοι μας έπρεπε
αναγκαστικά να χωρίσουν ...

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΥΓΓΡΙΚΗ ΟΑΣΗ

Περνώντας το σύνορο με συνοριακό σταθμό τη Σουμπότιτσα, και μετά τον αποχωρισμό με τον φλογερό Σέρβο κάπτεν, το βαγονέτο μας μαζί με το υπόλοιπο τρένο συνέχισε την πορεία του μέσα στην Ουγγαρία. Τα αποθέματα νερού είχαν πλέον σχεδόν εξαντληθεί και μας είχε κυριεύσει πανικός. Τα νερά που είχε στο ψυγειάκι του ο Κατιόνακ ήταν μόνο ανθρακούχα κι ειδικά η Αντιγκόνα δεν μπορούσε να πιει τέτοιο νερό με τίποτα. Ήταν σαν να είχαμε αποκλειστεί σε μια κινούμενη Σαχάρα κι άγνωστο πότε θα βρίσκαμε πάλι πόσιμο νερό. Κανείς δεν μπορούσε να βοηθήσει την κατάσταση, γιατί η πορεία συνεχιζόταν στο ίδιο μοτίβο, χωρίς καθόλου ενδιάμεσες στάσεις για ανεφοδιασμό και χωρίς βαγονέτο - μπαρ...

΄Ωσπου ξαφνικά το τρένο εντελώς αναπάντεχα, σταμάτησε στη μέση του πουθενά για άλλη μια φορά, αλλά αυτή τη φορά ως εκ θαύματος, άνοιξε και τις πόρτες. Επιτέλους η τύχη μας χαμογέλασε, γιατί ήταν ένας σταθμός ναι μεν μικρός, αλλά γεμάτος ταξιδιώτες, που φάνταζαν σωτήρες, με παράξενα ρούχα. Η Ιβάννα, 
αψηφώντας το ρίσκο, γιατί δεν ήξερε πόσο θα διαρκούσε η στάση, πετάχτηκε έξω από το τρένο με την ελπίδα να δροσίσει τα χείλη της και τα χείλη των διψασμένων της φιλενάδων.

"Water, water"! έκραζαν τα αφυδατωμένα της χείλη αλλά κανείς δεν καταλάβαινε τι ζητούσε.
Η ίδια απελπισμένη  κραυγή ηχούσε και από τα στόματα των φιλενάδων της που ζητούσαν νερό από τα παράθυρα του τρένου και άπλωναν τα χέρια τους ικετευτικά. Οι ταξιδιώτες τις κοιτούσαν με αμήχανα χαμόγελα, κάποιοι με αδιαφορία ... αλλά κανείς από αυτούς δεν τους πρόσφερε τον αγιασμό του ...

ΑΦΙΞΗ ΣΤΗ ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ


΄Ηδη διανύαμε τη δεύτερη μέρα κι είχαμε στερέψει από νερό. Η μόνη μας ελπίδα πλέον ήταν
όταν θα φτάναμε στη Βουδαπέστη. Δε μπορεί, κάποια στάση θα κάναμε εκεί  και θα βρίσκαμε την άκρη. Η Μαρίνα, που καθόλου δεν είχε πτοηθεί, μας έδινε θάρρος κι έλεγε ότι όταν φτάσουμε στη Βουδαπέστη με το καλό, θα ανοίξουμε σαμπάνιες. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν μπήκαμε στην πόλη. Τα κακά όμως νέα δεν άργησαν να 'ρθουν ...


Με το που πατήσαμε το πόδι μας επιτέλους, μέσα στο σταθμό, το πρώτο πράγμα που κάναμε
ήταν να τρέξουμε προς το πιο κοντινό κιόσκι για να εφοδιαστούμε με ό,τι αναψυκτικό βρίσκαμε μπροστά μας. Πήραμε πορτοκαλάδες, νερά, energy drinks, δεν αφήσαμε τίποτα όρθιο!

Τέτοια δίψα δεν είχαμε ξανασυναντήσει στη ζωή μας κι από τότε μας έμεινε και στις τρεις μας τραύμα και δεν αφήνουμε πλέον σταγόνα νερού να πάει χαμένη!
Είχαμε στήσει ένα μικρό γλέντι στην αποβάθρα, με δροσερά ποτά και γλυκά και τίποτα δε φαινόταν πια να μπορούσε να μας πτοήσει. Η ώρα όμως περνούσε και αντιληφθήκαμε ότι υπήρχε αναταραχή μεταξύ των Κάπτεν. Δεν αργήσαμε να μάθουμε το γιατί. Ο μικρός, τροφαντός μας συνεπιβάτης πάλι ξέσπασε σε κλάματα κι εκεί που πήγαμε να τον κοροιδέψουμε και να τον πούμε κλαψιάρη, διαπιστώσαμε ότι έκλαιγε όλη του η οικογένεια.

Είχαμε σαστίσει μπροστά στα ακατάληπτα ρώσικα, στην αναστάτωση που επικρατούσε και
στην ικανοποίηση της δίψας μας. Για ακόμα μια φορά, η Μαρίνα μας εξήγησε τι είχε συμβεί:
επειδή το βαγονέτο μας καθυστέρησε να φτάσει στη Βουδαπέστη, το ρώσικο τρένο στο οποίο θα ενσωματωνόταν, δεν περίμενε την άφιξή μας κι είχε ήδη αναχωρήσει. Αυτό σήμαινε μια ολόκληρη μέρα καθυστέρησης, τουλάχιστον!

Η οικογένεια του χοντρούλη ήταν σε χειρότερη μοίρα από εμάς, αφού έχασε και την ανταπόκριση του τρένου στη Μόσχα, που θα τους οδηγούσε σπίτι τους, στα βάθη της Σιβηρίας ...

Όχι μόνο έχασαν το τρένο, αλλά δεν είχαν άλλα χρήματα, γιατί τα ξόδεψαν όλα στο ταξίδι τους στη Χαλκιδική. ΄Ηταν τόσο στεναχωρημένοι, κι εμείς για να τους δείξουμε τη συμπαράστασή μας, θελήσαμε να τους προσφέρουμε ό,τι πιο πολύτιμο είχαμε στο ταξίδι, το νερό μας. Ο χοντρούλης δεν καταδέχτηκε τη βοήθειά μας, ούτε κι η μαμά του ...


Οι ώρες περνούσαν και δεν έβγαινε άκρη. Είχαμε αρχίσει να αγανακτούμε με τη γενικότερη ανοργανωσιά και σκεφτόμασταν σοβαρά να ζητήσουμε πίσω τα 300 ευρώ που δώσαμε για το έξτρα κουπέ, να πάρουμε το τρένο που βλέπαμε στην απέναντι πλατφόρμα και να πάμε στη Βιέννη, και με αεροπλάνο να φτάσουμε στον τελικό προορισμό μας.
          



Το τρένο που πήγαινε στη Βιέννη

Ακόμα κι η Μαρίνα που μέχρι τότε παρέμενε ψύχραιμη, μας πάγωσε όταν είπε:
" Όλα τα σημάδια μου έλεγαν να μην κάνω αυτό το ταξίδι, το είδα τη μέρα πριν να βγάλω τα εισιτήρια, στα χαρτιά ..." Της προτείναμε να τα παρατήσουμε όλα και να φύγουμε με αεροπλάνο. 'Ομως, έγινε νέα ανατροπή, το τρένο θα αναχωρούσε αλλά δεν ξέραμε για πού ακριβώς ...



Ανεβαίνοντας στο μοναχικό βαγονέτο, -μιας και το τρένο που θα μας μετακινούσε, ήταν άφαντο- ο Κατιόνακ, παρ'όλο που σ' όλο το ταξίδι μας είχε εντελώς γραμμένες και μας εκμεταλλευόταν, αυτή τη φορά πήγε να μας καλοπιάσει, γιατί ειδικά η Αντιγκόνα ήταν εκτός εαυτού. Απειλούσε θεούς και δαίμονες και με μεταφράστρια τη Μαρίνα, του είπε ότι θα απευθυνθεί στην πρεσβεία για αποζημίωση ηθική και χρηματική. Αυτός απτόητος και ψυχρός, αλλά και με μια δόση ανησυχίας, πρότεινε ως αποζημίωση να μας επιστρέψει τα χρήματα και να μας τακτοποιήσει και τις τρεις στο ένα κουπέ. Γελάσαμε με τη βλακεία που μας πρότεινε και του είπαμε ότι σκοπεύαμε να τον εγκαταλείψουμε και να φύγουμε με αεροπλάνο, και φυσικά τα λεφτά μας θα τα παίρναμε πίσω.

Αυτός, παρ'όλο που ήταν τσιφούτης, ήταν και περήφανος, και θεώρησε ατιμωτικό να φύγουμε από το τρένο με τις χειρότερες εντυπώσεις. Κρατούσε βιβλίο επισκεπτών και ήθελε μόνο καλά σχόλια.

Έτσι λοιπόν έβαλε νερό στο κρασί του κι όχι μόνο μας παραχώρησε τρίτο κουπέ χωρίς λεφτά, αλλά άνοιξε και το ντουζ, κι έτσι μετά από δύο μέρες μες στον καύσωνα, θα κάναμε και μπάνιο!

Ήταν ανέλπιστη τύχη μέσα στην ατυχία μας. Κατόπιν πληροφορηθήκαμε ότι θα μεταφερόμασταν σε άλλο σταθμό μέσα στη Βουδαπέστη και μετά από μερικές ώρες θα πηγαίναμε με άλλο διερχόμενο τρένο μέχρι τα σύνορα με την Ουκρανία.

Επιτέλους, μετά από δύο μέρες σ' αυτό το τρένο της συμφοράς, το ταξίδι άρχισε να διαδραματίζεται περίπου όπως το είχαμε φανταστεί στην αρχή, όταν διαβάζαμε το πρόγραμμα των αναχωρήσεων από τη Θεσσαλονίκη. Στον σταθμό που προσαράξαμε τελικά, είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε και τη βόλτα μας, να πιούμε τα ποτά μας και να συναναστραφούμε με τον ντόπιο πληθυσμό (ό,τι υπήρχε εκείνη την ώρα), πάντα με τη γλώσσα του σώματος ...


ΒΟΛΤΑ ΣΤΟΥΣ ΣΤΑΘΜΟΥΣ ΤΗΣ ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗΣ


                                                    Ο Κατιόνακ κι η Μαρίνα είχαν αρχίσει να έρχονται πιο κοντά ...




H Bουδαπέστη από τον καινούργιο σταθμό που μας μετέφεραν φαινόταν πολύ ωραία, σίγουρα βοηθούσε και το γεγονός ότι δε διψούσαμε πια. Αφού πήραμε τα ενεργειακά μας ποτά και η ενέργειά μας έφτασε και πάλι στα ύψη, αρχίσαμε τις βόλτες μέσα κι έξω από το σταθμό, σε κοντινή ακτίνα λίγων μέτρων, και χαζεύαμε την νεολαία που πηγαινοερχόταν. Ήταν βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, κι ο σταθμός δονούταν από πολλά ντεσιμπέλ. Στο εσωτερικό του υπήρχε νάιτ κλάμπ, και άφθονο κέφι. Ήταν η πρώτη φορά μετά από τόσες μέρες που είδαμε κόσμο που έμοιαζε με μας, στο στυλ διασκέδασης και ντυσίματος. Μετά από τόσα κατσικοχώρια, λίγος πολιτισμός και κρύο νερό, δε μας έβλαψε ... όλα έδειχναν ότι είχαμε φτάσει σε μια μεγάλη πρωτεύουσα! Με ενθουσιασμό η Αντιγκόνα γέμισε το θερμός της με τριπλή δόση ενεργειακού ποτού, το μεγαλύτερο που είχε δει ποτέ κι όλο ευτυχία ρούφαγε για να αποκτήσει φτερά, μπας κι αποφύγει την ταλαιπωρία του ταξιδιού και πετάξει μακριά από το μαρτυρικό βαγονέτο...






ΤΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ ΚΙ Ο ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Όταν ξανασυγκεντρωθήκαμε με το καλό όλοι οι επιβάτες του βαγονέτου, μας κάλεσαν για μίνι σύσκεψη οι Κάπτεν. Μας ανακοίνωσαν ότι θα κάναμε πολύωρη στάση σε μια όμορφη συνοριακή πόλη της Ουκρανίας, το Τσοπ, κι από εκεί θα περιμέναμε το ρώσικο τρένο που θα μας πήγαινε μέχρι τη Μόσχα. "Μια χαρά χάλια είναι στο Τσοπ" σχολίασε στα ελληνικά η Μαρίνα, χλευάζοντας τον Κατιόνακ μέσα στα μούτρα του.

Ο Κατιόνακ μας πρότεινε να μαζευτούμε μέσα στο τρένο και να μην πάμε στο κλαμπ του σταθμού, γιατί ήταν άγνωστο πότε θα αναχωρούσε και πάλι το βαγονέτο μας. Έτσι κάναμε ένα μίνι πάρτυ τρωγοπίνοντας σε ένα κουπέ, διασκεδάζοντας, με την Μαρίνα να ψέλνει, και τον Κατιόνακ να εκδηλώνεται όλο και πιο φανερά. Με μας ήταν πάντα στριμάδι, ενώ στη Μαρίνα χαμογελούσε πονηρά και με υπονοούμενο...
Κάπως έτσι τελείωσε και η τρίτη καυτή μέρα στο μοναχικό βαγονέτο χωρίς οδηγό, των 7 επιβατών και των 2 Κάπτεν ...

Είχε ήδη ξημερώσει, όταν ξύπνησε η Αντιγκόνα, λίγο πριν να φτάσουμε στα σύνορα με την Ουκρανία. Δεν άργησε να ανοίξει τα μάτια της, και στην προσπάθειά της να κατέβει από το κρεβάτι, διαπίστωσε ότι η περίοδός της είχε υπερβεί τα όρια ασφαλείας και το κουπέ θύμιζε πεδίο μάχης τόσο στη μυρωδιά, όσο και στην όψη. Ευτυχώς υπήρχε η βρύση - όαση μέσα στο κουπέ κι με ένα τοπικό ντουζ ένιωσε και πάλι ελκυστική κι ο χώρος έγινε πιο ανθρώπινος, γιατί πριν θύμιζε σωστό μακελειό.


Η πόρτα κτύπησε, κι ο Κατιόνακ ειδοποίησε για τον έλεγχο των διαβατηρίων. Όλα ήταν έτοιμα. Ετοιμάσαμε τα διαβατήρια και περιμέναμε η καθεμία στο κουπέ της. Είχαμε ανοίξει τις πόρτες διάπλατα και στο βαγονέτο μπήκε η αστυνομία, με τη συνοδεία σκύλων. Η Αντιγκόνα με χαρά στη θέα του σκύλου, πλησίασε να τον χαιδέψει, όμως ο Ουκρανός μπάτσος την συνέτισε με μια αυστηρή φωνή, που κανείς δεν ξέρει τι είπε. Ο σκύλος έδειχνε αναστατωμένος στο συγκεκριμένο κουπέ, πήγε προς το παράθυρο που ήταν η τσάντα της κι άρχισε να μυρίζει ό,τι βρισκόταν γύρω από αυτήν, αλλά και την ίδια την τσάντα. Μύριζε για περίπου δύο λεπτά το χώρο, ίσως επειδή δεν είχε περάσει και πολλή ώρα από το μακελειό, ώσπου ο μπάτσος τον έβγαλε από το κουπέ για να συνεχίσουν τον έλεγχο. Στα υπόλοιπα κουπέ δεν κοντοστάθηκε και πολύ. Μετά από λίγο επέστρεψε μανιασμένος στο κουπέ της Αντιγκόνα, γιατί κάτι του βρωμούσε στην υπόθεση ...

Συνέχισε να μυρίζει την τσάντα, αλλά δεν έδειξε να έχει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα.
Ο έλεγχος τελείωσε, όλοι ήμασταν στο πόδι κι έτσι μαζευτήκαμε για να πάρουμε το πρωινό μας, μιλώντας για την πρωινή μας εμπειρία με το σκύλο. Αποφασίσαμε να ψάξουμε τι ήταν αυτό που έκανε το σκύλο να κολλήσει με το συγκεκριμένο κουπέ. Ψάχνοντας την τσάντα βρήκαμε ξεχασμένα ίχνη χόρτου του θεού... και γελάσαμε που την είχαμε γλιτώσει τόσο φθηνά.

Το τρένο ξεκίνησε και η Ουκρανία μας καλωσόριζε ...

ΓΑΒ ΚΑΙ ΚΑΤΩ




Μπαίνοντας στην Ουκρανία, η Μαρίνα άρχισε να μας μιλάει για τον τόπο της, για την οικογένειά της που έμενε εκεί και τα δυό παιδιά της που είχε αφήσει πίσω, για την κατάσταση που επικρατούσε κάθε φορά που επέστρεφε, με τους φτωχούς συγγενείς της που την επισκέπτονταν και την ξεπαράδιαζαν, νομίζοντας πως στην Ελλάδα είναι πλούσια. Επίσης μας έλεγε πόσο στοιχίζει η βίζα για να έρθει κάποιος στην Ελλάδα, γύρω στα 1000 ευρώ, με αποτέλεσμα να διασπαστεί η οικογένεια.

Μ' αυτή την κουβέντα, φτάσαμε στον συνοριακό σταθμό που ο Κατιόνακ μας διαφήμιζε, το Τσοπ. Εκεί θα καθόμασταν πάνω από 8 ώρες. Σ' αυτό το χρονικό διάστημα το βαγονέτο μας θα άλλαζε ρόδες, για να προσαρμοστεί για τις ράγες προς τη Μόσχα. Η ζέστη εξακολουθούσε να είναι αφόρητη και μας έκανε εντύπωση, γιατί όσο πλησιάζαμε στη Ρωσία δεν έλεγε να δροσίσει...



Με αρχηγούς τους δύο Κάπτεν και ξεναγούς, πήγαμε όλοι μαζί στο σούπερ μάρκετ, πίσω από το σταθμό, και εφοδιαστήκαμε με τα είδη πρώτης ανάγκης, δευτέρας διαλογής, του τρίτου κόσμου.
Για μας οι τιμές ήταν σχεδόν εξευτελιστικές, ενώ η Μαρίνα μας τόνισε ότι σε σχέση με το παρελθόν, έχουν αυξηθεί δραματικά και αμφέβαλλε αν ο κόσμος μπορούσε να ανταπεξέλθει. Τρανό παράδειγμα, οι μισθοί των δύο Κάπτεν του βαγονέτου, που ανέρχονταν σε 80 ευρώ το μήνα.

Αποξηραμένοι ουκρανικοί μεζέδες

   Πορτοκάλια σε ατομική συσκευασία - κι αυτά αποξηραμένα (δεν είχαν χυμό ούτε για δείγμα)


Ένας δημοφιλής μεζές στην Ουκρανία είναι τα ολόκληρα αποξηραμένα θαλασσινά και ψάρια, που είναι περιζήτητη λιχουδιά (αλλά δεν τρώγονται) και πάνε κάτω με μπόλικα λίτρα βότκας. Είχε πολύ ωραία τυριά, χαρτί υγείας που γδέρνει, σε ποικίλα χρώματα και με άρωμα θανάτου...
Όταν η Ιβάννα σκούπισε τα χέρια της με ένα υγρό κομματάκι χαρτιού υγείας, με την επωνυμία  ΓΑΒ και σήμα το σκύλο, διαπίστωσε ότι σκυλοβρωμούσε, δηλαδή ήταν όνομα και πράγμα! Σίγουρα ήταν φτιαγμένο από ανακυκλωμένο χαρτί, αγνώστου προέλευσης, ίσως κι από κάδο τουαλέτας...

                                 
                                                  Χαρτί υγείας ΓΑΒ στα εθνικά χρώματα της χώρας


 Έξω από το σούπερ μάρκετ βρίσκονταν κάποιοι μεθυσμένοι τύποι που ζητούσαν λεφτά για να πιουν άλλη μια μπύρα στην υγειά μας. Τους προσπεράσαμε κι αφού πήγαμε στο τρένο να αφήσουμε τις σακούλες γεμάτες με πράγματα, κυρίως αναψυκτικά και βότκες, πήγαμε στην πιο κοντινή καφετέρια και παραγγείλαμε λουκούλειο γεύμα. Η Μαρίνα είχε παραξενευτεί με το μέρος, γιατί μιλούσαν μια ακατανόητη γι' αυτήν διάλεκτο, ρώσικα με ουγγρική προφορά ή το αντίθετο; Ποιος ξέρει...

To σούπερ μάρκετ του Τσοπ και all day bar

Η φιλόξενη και δροσερή καφετέρια
H τοπική ενορία

Η κεντρική πλατεία του Τσοπ
                                                 

Το γυναικείο μηνιαίο μακελειό άφησε κάποιο θύμα στο τρένο, χλωμό και κάτωχρο από την ταλαιπώρια. Η Αντιγκόνα δεν άντεχε άλλο και σφαδάζοντας από τους πόνους, επέστρεψε στο τρένο, που μόνο εκεί τελικά, παρ'όλη τη ζέστη, μπορούσε να βρει λίγη θαλπωρή κι ένα κρεβάτι, για να γείρει το κορμί της. Συνάντησε μόνον στο τρένο, το μικρό χοντρούλη- κλαψιάρη, που είχε όρεξη για κουβέντα. 'Οπως διαπιστώθηκε, τα αγγλικά του ήταν πάρα πολύ καλά και τα θέματα που άνοιγε πάρα πολύ ενδιαφέροντα και πολύ προχωρημένα για την ηλικία του, όπως οι προβληματισμοί του για τους εξωγήινους και τους γκέι. Η Αντιγκόνα του πρόσφερε καπνιστό ουκρανικό τυρί και ντολμά φερμένο από την Αθήνα (εκτός ψυγείου, τριών ημερών) και με χαρά ο χοντρούλης δέχτηκε το κέρασμα, μιας κι η μάνα του δεν θα τον έβλεπε, αφού έλειπε από το βαγονέτο. Ήταν τελικά πολύ κοινωνικός και δε φαινόταν πρόθυμος να ξανακλάψει. Σε λίγο φάνηκε ο μικρός του αδερφός και άρχισαν να κυνηγιούνται στον υπερβολικά στενό διάδρομο του σταθμευμένου βαγονέτου, αλλά και μέσα στο κουπέ της Αντιγκόνας. Εκείνη ευγενικά του είπε να κλείσει την πόρτα, για να απαλλαχτεί από την πάρλα του -παρ'όλο που κλείνοντάς την θα έσκαγε από τη ζέστη- και του είπε ότι όταν θα ξυπνούσε θα τον φώναζε και πάλι να συζητήσουν.
Αργότερα επέστρεψαν κι όλοι οι υπόλοιποι επιβάτες του βαγονέτου παρέα με τους Κάπτεν. Ήταν φανερό ότι είχε σπάσει ο πάγος και είχαν αρχίσει να νιώθουν όλοι μαζί σαν μια οικογένεια και να πίνουν βότκα, τσουγκρίζοντας τα πλαστικά ποτήρια τους. Ως δια μαγείας, οι Κάπτεν μίλησαν και αγγλικά, ο Κατιόνακ λίγα ιταλικά, και μας εκμυστηρεύτηκε ότι το όνειρό του ήταν να κάνει ταξίδια με το βαγονέτο του στην Ιταλία. Όλοι πίναν και γλεντούσαν στο μπροστινό μέρος του βαγονέτου, κοντά στα κουπέ των Κάπτεν, ενώ στο πίσω μέρος κρυφά, εξαφανίσαμε τα ίχνη που μύρισε ο αστυνομικός σκύλος ...


Όταν τελικά σκοτείνιασε, είπαμε να επισκεφτούμε το Τσοπ by night. Οι επιλογές δεν ήταν και πολλές. Λιγοστά μαγαζιά, και αρκετοί θαμώνες έξω από το σούπερ μάρκετ, ίσως κι οι ίδιοι από το πρωί.
Ο φωτισμός ήταν κόκκινος και τρομακτικός, η ατμόσφαιρα άγρια και ηλεκτρισμένη... Ανάμεσά μας κυκλοφορούσαν μεθυσμένοι, μιλώντας μας ακαταλαβίστικα. Τελικά αυτή η πόλη μας φόβιζε, γι΄αυτό επιστρέψαμε στο σταθμό για να πιούμε ανενόχλητες τις βότκες μας, με την καινούργια μας οικογένεια. Μόνη συντροφιά μας ήταν κάτι εργαζόμενοι του σταθμού, που μας παρακολουθούσαν βουβά και διακριτικά...


Αργά το βράδυ λίγο πριν την αναχώρηση, η Ιβάννα έφτιαξε στο κουπέ της ένα πλήρως εξοπλισμένο μπαρ εφοδιασμένο με τοπικά ποτά, που με ενθουσιασμό περίμενε να δοκιμάσει. Κάλεσε όλα τα κορίτσια, αλλά φυσικά ο Κατιόνακ γυρόφερνε το χώρο κι έλεγε κρύα αστεία. Σκεπτόμενος με το κάτω κεφάλι, μας αποκάλεσε "ευγενικές ψυχές" και το μάτι του είχε κολλήσει στο μπούστο της ωραίας Μαρίνας. Εκείνη γελούσε τσαχπίνικα, μετά από λίγο μας χαιρέτησε τραγουδιστά, βγήκε χαμογελώντας από το κουπέ κι εξαφανίστηκε για όλο το υπόλοιπο βράδυ ...

Είχαμε ήδη κοιμηθεί όλοι, όταν ξεκίνησε το τρένο, όλοι εκτός από την Αντιγκόνα, που από το τράνταγμα του τρένου ξύπνησε, κι έκτοτε δεν ξανακοιμήθηκε, λόγω της επήρειας του energy drink. Ατένιζε το χάραμα μέσα από το μικρό επτασφράγιστο παραθυράκι με τις βαριές κουρτίνες στο πλάι, μέχρι που τα μάτια της γέμισαν με κάτι οροσειρές με κάστρα διασκορπισμένα, που υποψιαζόταν ότι ήταν τα Καρπάθια. Το τρένο σταμάτησε για λίγο σε εκείνο τον παράξενο τόπο κι επιβιβάστηκαν ταξιδιώτες με αταίριαστα ρούχα και με πρησμένα από την αυπνία μάτια, που της κίνησαν την περιέργεια. Όμως αυτοί ανέβηκαν σε κάποιο από τα άλλα βαγόνια που μας έσερναν. Άρχισε να ζωγραφίζει γιατί το τοπίο της έφερε έμπνευση κι έτσι χαζεύοντας από το παράθυρο, αποκοιμήθηκε γλυκά στη θέα των Καρπαθίων. Στο διπλανό κουπέ, η Ιβάννα ευτυχώς είχε ξυπνήσει κι εκείνη πολύ πρωί και κοίταζε έκπληκτη το φανταστικό τοπίο που ήταν βυθισμένο στην ομίχλη.  **


** Για τη συνέχεια κάντε κλικ στις "Παλαιότερες αναρτήσεις".